Όταν μου ζητάς να μη σε κοιτάω στα μάτια, όταν με παγώνει η αύρα σου, όταν με κοιτάς έτσι, όταν είσαι απέναντι, κάθε φορά μου σκοτεινιάζεις τα μάτια, να με χάνω, να μεταφέρομαι πάλι εκεί-δε μου αρέσει εκεί, δε μου αρέσει. Εκεί. Και μετά μου πετάς ένα χαμόγελο. Και σπασμωδικά πιάνομαι απ'αυτό, κρεμιέμαι, γατζώνομαι, με γάτζους που κρεμάω απ'το δέρμα μου, κι αρχίζω χαιρέκακα να μεταμορφώνομαι. Και μετά γυρνάω σε Εσένα. Στη μυρωδιά σου, στον τρόπο που μου φόρτωσες στην πλάτη όσα γίνονται στο σκοτάδι. Που τόσο ήθελα να τα ακούσω, γεμίζοντας το στόμα μου με λάσπη. Την καταπίνω. Κι αυτή κολλάει στα σωθικά μου, κυλάει απ'τα μάτια μου, τρέχει απ'τα νύχια μου κι απ'τις ρίζες των μαλλιών μου. Απ'το στέρνο μου βγαίνουν ροζιασμένες ρίζες που τυλίγονται στον λαιμό μου. Με σφίγγουν όσο πρέπει-αφήνουν μια χαραμάδα ν'αναπνέω αέρα που με καίει σε κάθε εισπνοή.
Να το. Να το, πάλι. Σφίγγω τα πόδια μου, τα γόνατά μου μεταξύ τους. Τσούζει ο λαιμός μου και μαζεύομαι σαν έμβρυο. Ώρες κενές, με μυαλό άδειο. Και μετά γυρνάω στην κοιλιά της μάνας μου. Νιώθω τη ζέστη της, ο χρόνος μηδενικός, νιρβάνα.
Η πρώτη ανάσα-η αρχή.
Τα βλέφαρά μου ανοίγουν με δύναμη. Η τελευταία εικόνα. Μουντός ήλιος απ'το παράθυρο. Σήκω. Με βαρύ, κούφιο κεφάλι.
Και πάλι απ'την αρχή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)